Ρωμαίος

Ρωμαίος
ο , Ρωμαία η римлян|ин, -ка

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "Ρωμαίος" в других словарях:

  • Ρωμαίος — ο, θηλ. Ρωμαία / Ῥωμαῑος, αία, ον, ΝΜΑ, θηλ. και Ρωμαΐς, Α 1. ο πολίτης, ο κάτοικος τής Ρώμης, αρχαίας ή σύγχρονης, ή αυτός που κατάγεται από τη Ρώμη 2. ο λατινικής καταγωγής και λατινόφωνος Ιταλός 3. κάθε υπήκοος τής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, που… …   Dictionary of Greek

  • Ρωμαίος — ο θηλ. α 1. οκάτοικος της Ρώμης ή αυτός που κατάγεται απ΄ αυτή, ο πολίτης της Ρώμης. 2. ονομασία των Ελλήνων στους μέσους και νεότερους χρόνους (απ’ όπου η λέξη Ρωμιός) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Ρωμαίος Κωνσταντίνος — (1874 – 1966). Αρχαιολόγος και διδάκτορας της φιλολογίας. Αρχικά δούλεψε επί 5 χρόνια ως καθηγητής σε διάφορα γυμνάσια και έπειτα, με εκπαιδευτική άδεια, έφυγε για τη Γερμανία, όπου σπούδασε αρχαιολογία στα πανεπιστήμια, Μονάχου, Βερολίνου και… …   Dictionary of Greek

  • Πομπήιος Τρόγος — Ρωμαίος ιστορικός, σύγχρονος του Λίβιου. Ήταν γαλατικής καταγωγής. Ο παππούς του είχε γίνει Ρωμαίος πολίτης από τον Πομπήιο στο Συμμαχικό Πόλεμο, και ο πατέρας του είχε υπηρετήσει υπό τον Καίσαρα και εκπληρούσε συγχρόνως τα καθήκοντα του… …   Dictionary of Greek

  • Ουαλέντης — Ρωμαίος αυτοκράτορας. Βλ. λ. Βαλέντιος …   Dictionary of Greek

  • Ουάλης — Ρωμαίος αυτοκράτορας. Βλ. λ. Βαλέντιος …   Dictionary of Greek

  • Ουρβίκιος — Ρωμαίος συγκλητικός, που εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη στα χρόνια του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Ο αυτοκράτορας, θέλοντας να αυξήσει τους κάτοικους της νέας πόλης, έχτισε μεγάλες οικοδομές και έφερε τους Ρωμαίους συγκλητικούς, ουσιαστικά παρά τη …   Dictionary of Greek

  • Πιλάτος Πόντιος — Ρωμαίος επίτροπος στην Ιουδαία, που είχε επικυρώσει τη θανατική καταδίκη του Ιησού Χριστού. Είχε διοριστεί από τον Τιβέριο ως πέμπτος επίτροπος από τότε που είχε αρχίσει η ρωμαϊκή κατοχή στην Ιουδαία για τη δεκαετία 26 36 μ.Χ. Πιθανολογείται η… …   Dictionary of Greek

  • Ποπλίλιος Σύρος — Ρωμαίος μιμογράφος του 1ου αι. π.Χ., που ίσως να καταγόταν από την Αντιόχεια. Δεν έχει σωθεί κανένας από τους μίμους του, αλλά υπάρχει μια συλλογή από 273 γνώμες του, σε ιαμβικούς και τροχαϊκούς στίχους, που διδάσκονταν στα σχολεία …   Dictionary of Greek

  • Πουβλίλιος Σύρος — Ρωμαίος συγγραφέας μίμων του 1ου αι. π.Χ. Ίσως να γεννήθηκε στην Αντιόχεια της Συρίας, και να πήγε στη Ρώμη πολύ νέος ως δούλος. Επειδή ήταν πολύ έξυπνος, ο κύριός του τον απελευθέρωσε. Ο Π. ήταν εξαιρετικά δημοφιλής ως συγγραφέας μίμων και ως… …   Dictionary of Greek

  • Ρούφος Σέρβιος Σουλπίκιος — Ρωμαίος ύπατος το 51 μ.Χ., ένας από τους μεγαλύτερους νομομαθείς της εποχής του. Υπήρξε φίλος του Κικέρωνα, προς τον οποίο σώζονται και δυο επιστολές του. Από τις επιστολές αυτές, η μια έχει πληροφοριακό περιεχόμενο και η άλλη εξιστορεί τις… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»